http://script-ot.googlecode.com/svn/twitterbox.js

Ακολουθήστε μας tro-ma-ktikotero

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ


ΔΗΛΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 

 

 

 

 

 

 ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΝΟΜΩΝ.


Η ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων στους νόμους, δεν είναι μια αθώα υπόθεση, και οφείλεται στις εξής κύριες αιτίες: 

1.   Στην άγνοια του συντάγματος, από τους νομοθέτες, την επιστημονική επιτροπή της βουλής που ασκεί τον προληπτικό έλεγχο, από τους βουλευτές που τους ψηφίζουν και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που λειτουργεί ως φύλακας του Συντάγματος και υπογράφει. 

2.   Σε ανάγκη που υποχρεώνει την κρατική εξουσία να παραβιάσει σκοπίμως το σύνταγμα. Σε μια ανάγκη που δικαιολογείται με το πρόσχημα της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, του κατεπείγοντος κλπ. 

3.   Σε δόλο, που αποσκοπεί στην αποπλάνηση του λαού και την εκμετάλλευση, κυρίως όταν οι νόμοι έχουν εισπρακτικό χαρακτήρα. 

4.   Σε επιχείρηση κατάλυσης του συντάγματος με νομοθετική βία, η οποία εφαρμόζεται από την εκτελεστική εξουσία με στόχο την αλλοίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Η πρώτη περίπτωση απορρίπτεται, διότι δεν είναι δυνατόν να αγνοεί το Σύνταγμα, η εξουσία που απαιτεί ακόμη και από τους αγράμματους πολίτες να γνωρίζουν όλο τον Ποινικό Κώδικα, όλον τον Αστικό Κώδικα, όλον τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όλο τον Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος και όλο τον Κώδικα διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου να μην μπλέξουν στα αδυσώπητα δίκτυα του νόμου. Δεν είναι δυνατόν μια εξουσία που απαιτεί από τους πολίτες να γνωρίζουν άριστη κολύμβηση στον Ωκεανό της Ελληνικής πολυνομίας για να διατηρούν την ελευθερία τους, να υποκρίνεται ότι δεν γνωρίζει το Σύνταγμα!

Στην δεύτερη περίπτωση, η σκόπιμη παραβίαση του Συντάγματος, στοιχειοθετεί έγκλημα από πρόθεση, ιδίως όταν αλλοιώνει ή απενεργοποιεί θεμελιώδεις θεσμούς του Πολιτεύματος, όπως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και η ισχύς των ατομικών μας δικαιωμάτων. Για την χρησιμοποιούμενη δε δικαιολογία, της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτήν χρησιμοποιούν όλοι οι επίδοξοι δικτάτορες που καταλύουν το Σύνταγμα.
Επειδή, η πρώτη περίπτωση απορρίπτεται από κάθε νοήμονα άνθρωπο, ενώ οι άλλες τρεις αποτελούν εγκλήματα ισχύος που φθάνει ως την εσχάτη προδοσία, δικαίωμα και υποχρέωση κάθε πολίτη που αγαπά αυτή τη χώρα, είναι να δείξει μηδενική ανοχή στην ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων στους νόμους, καταγγέλλοντάς τους δημόσια, και μη συναινώντας στην εκτέλεσή τους. (βάσει του άρθρου 120 παρ. 4 Σ) 

Σεβόμενος τον Ύψιστο Νόμο του Κράτους, το Δημοκρατικό Πολίτευμα, τη Χώρα μου, τα ατομικά μου δικαιώματα και τη νοημοσύνη μου, υποβάλλω επίσημα προς κάθε δημόσια αρχή, εκτελώντας ένα θεμελιώδες συνταγματικό μου δικαίωμα και μία ύψιστη συνταγματική υποχρέωση, τη
ΔΗΛΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
στην εκτέλεση διατάξεων νόμων που κατά τη συνείδησή μου προσβάλλουν το Σύνταγμα και το δημόσιο συμφέρον. 

Η δήλωση αδυναμίας συναίνεσης, είναι μια γνωστοποίηση προς τους κρατικούς λειτουργούς, ότι δεν έχουν δικαίωμα να μου επιβάλλουν το νόμο δίχως τη συναίνεσή μου, δια της οποίας ολοκληρώνεται και νομιμοποιείται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ή αλλιώς το συμβόλαιό μας, που επιτρέπει στην κρατική εξουσία να κάνει το νόμο εκτελεστό. 

Διότι:
Η αξίωση ενός πολιτεύματος να θεωρείται φιλελεύθερο και δημοκρατικό, προκύπτει απ’ το γεγονός ότι προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, που σύμφωνα με τη Φιλοσοφία του Δικαίου επί της οποίας θεμελιώνεται το Συνταγματικό Δίκαιο των δημοκρατικών χωρών, διακρίνονται σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά. 

Ως κοινωνικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν θετικό περιεχόμενο, θεμελιώνουν αξίωση για παροχή ορισμένων υπηρεσιών και αξίωση οικονομικών παροχών (status positivus).

Ως πολιτικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου του στην κρατική εξουσία (status activus).

Ως ατομικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν αρνητικό περιεχόμενο, διασφαλίζουν τη νομική κατάσταση αρνητικά και θεμελιώνουν αξίωση για αποχή της κρατικής εξουσίας (status negativus).
Το δικαίωμα λοιπόν μη συναίνεσης στις επιβολές της κρατικής εξουσίας, αποτελεί ένα θεμελιώδες ατομικό μας δικαίωμα, που αδυνατεί να μας αφαιρέσει κάθε εξουσία η οποία αξιώνει να θεωρείται δημοκρατική. 


Στην αρχαία Ελλάδα από την οποία πηγάζει η έννοια του δικαίου όπως την αντιλαμβανόμαστε έως σήμερα, η ατομική ελευθερία ήταν πραγματική κατάσταση και όχι νομική κατοχύρωση, στοιχείο το οποίο επαληθεύεται αν ανακαλέσουμε στη μνήμη τη διαπίστωση "εν μέρει άρχειν και άρχεσθαι". Οι λόγοι για τους οποίους ο Σωκράτης αρνήθηκε να εκτελέσει νόμους του Κράτους δηλώνοντας πολιτική ανυπακοή ήταν τέσσερις:

α) Ανυπακοή λόγω παρανομίας του νόμου: Όταν αρνήθηκε να συμπράξει στην εκτέλεση των Αθηναίων αξιωματούχων οι οποίοι, μετά τη νίκη τους στη ναυμαχία των Αργινουσών, δεν περισυνέλεξαν τους νεκρούς Αθηναίους. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη εντολή ήταν παράνομη.


β) Ανυπακοή λόγω αυθαίρετου καθεστώτος: Όταν το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων απευθύνθηκε στο Σωκράτη ζητώντας του να φέρει προς εκτέλεση έναν ύποπτο Αθηναίο, ο Σωκράτης αρνήθηκε διότι δεν όφειλε υπακοή σε μια εντολή που προερχόταν από αυθαίρετο καθεστώς.


γ) Ανυπακοή λόγω άσκησης ατομικού δικαιώματος: Στην απολογία του ο Σωκράτης λέει ότι αν οι δικαστές της Ηλιαίας τον αφήσουν ελεύθερο υπό τον όρο ότι θα σταματήσει τη διδασκαλία του, αυτός δεν θα τους υπακούσει διότι αποτελεί ατομικό του δικαίωμα η ελεύθερη διάδοση των ιδεών του.


δ) Ανυπακοή λόγω μη πειστικότητας: Σε ένα χωρίο από τον Κρίτωνα, ο Σωκράτης λέει στον μαθητή του «Ή θα με πείσεις, ή θα με ακούσεις», κάνοντας σαφές ότι υπακοή οφείλουμε στους άλλους, (είτε είναι άτομα, είτε δικαστές, είτε νομοθέτες), όταν μας έχουν πείσει για τη λογικότητα των αιτημάτων τους, και όχι επειδή μας τα επιβάλλουν δια της βίας.


Από τα παραπάνω προκύπτουν οι όροι της νομιμότητας μας σχέσης δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας νομιμοποιούνται οι απαιτήσεις της εξουσίας προς στους πολίτες. Ο όρος της νομιμότητας του νόμου, (και στην προκειμένη περίπτωση της συνταγματικότητας), ο όρος της νομιμότητας του καθεστώτος, ο όρος του σεβασμού των ατομικών μας δικαιωμάτων, και ο όρος της πειστικότητας των επιχειρημάτων και των προθέσεων.


Παραδείγματα πολιτικής ανυπακοής έχει γνωρίσει αρκετά η ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, τα πιο πρόσφατα από αυτά είναι το παράδειγμα το Θορώ (αρνήθηκε να πληρώσει ένα φόρο γιατί διαφωνούσε με τον πόλεμο που διεξήγαν οι ΗΠΑ), της Ρόζας Παρκς (παρότι μαύρη στο χρώμα μπήκε σε λεωφορείο που η πρόσβαση επιτρεπόταν μόνο σε λευκούς), του Μαχάτμα Γκάντι και του Μπέρτραντ Ράσελ (η στάση τους ευνοούσε μια αντίληψη περί πασιφιστικής ανυπακοής). Ο δρόμος για τη νομική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι μακρύς. Η αφετηρία του βρίσκεται στον ύστερο Μεσαίωνα, όταν ο άνθρωπος χειραφετείται από την Εκκλησία και ακολούθως από το Μονάρχη. Τα αιτήματα της αστικής τάξης αποτέλεσαν πολιτικές αποφάσεις, καθώς αλλού επιβλήθηκαν (Γαλλία) και αλλού υιοθετήθηκαν (Αγγλία). Ακολούθως, οι αποφάσεις αυτές για να διατηρήσουν την ισχύ τους εντάχθηκαν σε Σύνταγμα.


Στο επίπεδο των θεμελιωδών δικαιωμάτων η ελευθερία καθιερώνεται με διττό τρόπο: αφενός ως αυτονομία, αφετέρου ως συμμετοχή. Ως αυτονομία θεωρούνται τα ατομικά δικαιώματα , ενώ ως συμμετοχή θεωρούνται τα πολιτικά δικαιώματα. Τα μεν ως "δικαιώματα του ανθρώπου" εγγυώνται την αποχή της κρατικής εξουσίας, τα δε ως "δικαιώματα του πολίτη" εγγυώνται τη συμμετοχή στη διαμόρφωση και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας.


Είναι γενικά αποδεκτό ότι το Σύνταγμα περιλαμβάνει κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν αφενός την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας και αφετέρου, τις σχέσεις μεταξύ πολιτείας και πολιτών. Δια του συντάγματος λοιπόν καθορίζεται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας το κράτος επιβάλλει τη θέλησή του στους πολίτες μέσω των κρατικών λειτουργών, δίχως όμως να δύναται να αξιώσει την στέρηση των θεμελιωδών ατομικών μας δικαιωμάτων, κυριότερο των οποίων είναι το δικαίωμα της αποχής από τις απαιτήσεις της κρατικής εξουσίας. Η άσκηση του αρνητικού αυτού ατομικού δικαιώματος, δεν αναιρεί το δικαίωμα άσκησης των κοινωνικών και πολιτικών μας δικαιωμάτων, βάσει των οποίων αξιώνουμε την παροχή ορισμένων υπηρεσιών και την αξίωση οικονομικών παροχών, καθώς και την άσκηση των πολιτικών μας δικαιωμάτων, βάσει των οποίων αξιώνουμε το δικαίωμα της συμμετοχής στην κρατική εξουσία. Διότι το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, προστατεύει το σύνολο των θεμελιωδών μας δικαιωμάτων, και όχι μέρος μόνον αυτών υπό όρους. Κατά συνέπεια, η άσκηση του αρνητικού ατομικού δικαιώματος δια της απαίτησης αποχής από τις απαιτήσεις της κρατικής εξουσίας, δεν αναιρεί την άσκηση των κοινωνικών και πολιτικών μας δικαιωμάτων. Γενικότερα, η άσκηση του δικαιώματος της ατομικής ελευθερίας, δεν δύναται να μας στερήσει το δικαίωμα της συμμετοχής στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.


 
Η πάγια αυτή άποψη του Συνταγματικού Δικαίου, ως προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται στους πολίτες ένα πολίτευμα δημοκρατικό, κατοχυρώνεται ως βασική διάταξη ανεπίδεκτη αναθεωρήσεως με το άρθρο 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:


1.       Το πολίτευμα της Ελλάδος είναι … Δημοκρατία

2.       Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία

3.       Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.


Κατά συνέπεια, ο Έλλην Πολίτης είναι ελεύθερος, κυρίαρχος και πηγή εξουσίας. Ως πηγή εξουσίας και κυρίαρχος του εαυτού του, δικαιούται να συμμετέχει ή να απέχει κατά βούληση στην εξουσία, που αποτελεί απορροή του. Ακριβώς όπως ο κάθε Δημιουργός, δικαιούται με βάση τη δική του βούληση, να αποδέχεται ή να απορρίπτει το έργο του.


Βάσει αυτών των θεμελιωδών θεσμών και αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος, που ουδείς δύναται να καταστήσει ανενεργά, να αλλοιώσει ή να καταλύσει δίχως η πράξη του να εκληφθεί ως κακούργημα εσχάτης προδοσίας (σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 2 του Ποινικού μας Κώδικα περί προσβολής του πολιτεύματος) το δικαίωμα της μη συναίνεσης στη θέληση του κράτους που εκτελείται μέσω των κρατικών λειτουργών, είναι απαραβίαστο ως θεμελιώδες ατομικό μας δικαίωμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 134Α του Π.Κ. θεμελιώδης αρχή και θεσμός του πολιτεύματος θεωρείται μεταξύ των άλλων και η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα, τα οποία σύμφωνα με το συνταγματικό δίκαιο είναι αρνητικά δικαιώματα που ορίζουν το δικαίωμα μη συμμετοχής στην κρατική εξουσία και κατά συνέπεια το δικαίωμα μη συναίνεσης.


Θεωρείται δεδομένο, ότι στα δημοκρατικά πολιτεύματα, «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό», γνωρίζουμε παρ’ αυτά ότι είναι ανέφικτος ο αυτοκαθορισμός του λαού με ομόφωνη παμψηφία. Για το λόγο αυτόν, θεσπίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα το δικαίωμα της αποχής από την κρατική εξουσία, προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων της εκάστοτε μειοψηφίας. Διότι το δικαίωμα της ελευθερίας, δεν είναι δυνατόν να το επικαλείται η πλειοψηφία που καθορίζει τον τρόπο της εξουσίας, διότι δεν είναι δυνατόν να ζητά να απελευθερωθεί από τις επιλογές της. Σίγουρα όμως σε μια χώρα φιλελεύθερη, δικαιούνται να απελευθερωθούν από τις επιλογές της πλειοψηφίας οι μειοψηφούντες, καθώς και αυτοί σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι κυρίαρχοι, και σύμφωνα με την παρ. 3 αποτελούν πηγή εξουσίας.


Η επιβολή της πλειοψηφίας στη μειοψηφία, είναι μια αδυσώπητη μορφή δυναστείας, που δεν αρμόζει σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα. Για το λόγο αυτόν η πλειοψηφία που διαμορφώνει τους τρόπους της εξουσίας, αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών της, παρέχοντας το δικαίωμα της ανευθυνότητας στην διαφωνούσα μειοψηφία, που κατά συνέπεια δύναται να απέχει από τη θέληση του Κράτους, ορίζοντας με τον δικό της τρόπο την ύπαρξή της.
Το δικαίωμα της ελευθερίας και μη συναίνεσης, στη θέληση του Κράτους που ορίζεται από την πλειοψηφία, κατοχυρώνεται από την βασική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος που δεν επιδέχεται αναθεώρησης και σύμφωνα με την οποία «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Κατά συνέπεια ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας ορίζεται ο σεβασμός της διαφορετικότητας, καθώς σε αυτήν έγκειται η ιδιαίτερη αξία του κάθε ανθρώπου που τον καθιστά μοναδικό.



Ο σεβασμός και η προστασία της διαφορετικότητας, ορίζονται και από τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που έχει υπογράψει η χώρα μας, καθώς  σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Συντάγματος, υποχρεούται να ακολουθεί τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκοντας την εμπέδωση της ειρήνης και της δικαιοσύνης.
Μελετώντας στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος, τον τρόπο που ορίζονται τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, διαβάζουμε ότι:


Άρθρο 4 παρ. 1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
1.     Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Αναγνωρίζοντας τα δικαιώματα αυτά ως ατομικά δικαιώματα, αναγνωρίζουμε το δικαίωμα μη συμμετοχής μας σε αυτά, και κατά συνέπεια το δικαίωμα να έχουμε λιγότερα έως καθόλου δικαιώματα και υποχρεώσεις. Παρομοίως το δικαίωμα να είμαστε λιγότερο από ίσοι έως ανύπαρκτοι ενώπιον του νόμου, στην περίπτωση που επιλέγουμε να ανήκουμε σε μια μειοψηφία που ορίζει διαφορετικά την αξία της ζωής, η οποία σε κάθε περίπτωση προστατεύεται από το Σύνταγμα. Για το λόγο αυτό, στο άρθρο 232Α του Π.Κ. επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση ακόμη και η παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, μια εξαίρεση που «εξαρτάται από την ύπαρξη στο πρόσωπο του αρνούμενου να συμμορφωθεί ιδιαίτερων προϋποθέσεων, για να ασκήσει τις τεχνικές, καλλιτεχνικές ή επιστημονικές ικανότητές του και η άρνησή του δεν οφείλεται σε δυστροπία του».


 
Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που ορίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, διακρινόμενα σε ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά, συμπεραίνουμε ότι το άρθρο 4 παρ. 5 που ορίζει ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάση, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», αναφέρεται σε ένα κοινωνικό και πολιτικό μας δικαίωμα, και όχι σε μια ατομική υποχρέωση που επιβάλλεται μάλιστα δια της καταναγκαστικής υπακοής! Αυτό είναι αυταπόδεικτο και από το γεγονός, ότι το άρθρο 4 ανήκει στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος που ορίζει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και όχι τις υποχρεώσεις μας!. Η συμμετοχή λοιπόν στα δημόσια βάση, αποτελεί δικαίωμα, και όχι υποχρέωση όπως λανθασμένα έχουν αντιληφθεί οι σύγχρονοί μας πολιτικοί. 


Επαναφέρω τους ορισμούς των δικαιωμάτων για να γίνει ευκολότερα κατανοητό, ότι η συμμετοχή στα δημόσια βάρη, δεν είναι ούτε ατομικό, ούτε κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ένα δικαίωμα αμιγώς πολιτικό, καθώς μόνον ως πολιτικό δικαίωμα μπορεί να οριστεί η αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου στην κρατική εξουσία.


 
Ως κοινωνικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν θετικό περιεχόμενο, θεμελιώνουν αξίωση για παροχή ορισμένων υπηρεσιών και αξίωση οικονομικών παροχών (status positivus). 


Ως πολιτικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου του στην κρατική εξουσία (status activus). 


Ως ατομικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν αρνητικό περιεχόμενο, διασφαλίζουν τη νομική κατάσταση αρνητικά και θεμελιώνουν αξίωση για αποχή της κρατικής εξουσίας (status negativus).


Το δικαίωμα λοιπόν της φορολόγησης, μπορούν να αξιώσουν μόνον όσοι «διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή τους στην κρατική εξουσία». Γενικά, οι ενεργοί πολίτες, που διαμορφώνουν τον τρόπο της κρατικής εξουσίας. Το δικαίωμα της φορολόγησης, γίνεται αντιληπτό ως δικαίωμα να διαμορφώσουν με τα χρήματά τους το παρόν και το μέλλον της χώρας τους, που εξειδικεύεται σε δικαίωμα διαμόρφωσης του παιδαγωγικού συστήματος, του νομικού συστήματος, του οικονομικού συστήματος, των αρχιτεκτονικών προτιμήσεων, της εξωτερικής πολιτικής κλπ. Το δικαίωμα αυτό βέβαια δημιουργεί και μια κοινωνική υποχρέωση, καθώς οι αξιώνοντες κοινωνικά δικαιώματα, θεμελιώνουν αξίωση για παροχή ορισμένων υπηρεσιών και οικονομικών παροχών από τους κρατούντες. Μόνον υπ’ αυτόν τον όρο, το δικαίωμα της συμμετοχής στα δημόσια βάρη μπορεί να εννοηθεί και ως υποχρέωση.


Με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζεται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας το κράτος επιβάλλει φόρους στους πολίτες, και επί αυτής, θεμελιώνεται όλο το νόμιμο φορολογικό σύστημα. Αφήνω λοιπόν να εννοηθεί, ότι κάθε άλλη απαίτηση του κράτους δεν είναι έννομη, και δεν ορίζεται από καμία νόμιμη σχέση αλλά επιβάλλεται μονομερώς και δια της βίας κατά κατάλυση του Συντάγματος και των ορισμών του Συνταγματικού Δικαίου γενικότερα.
Ενώ λοιπόν, με το άρθρο 4, παρ. 5, ορίζεται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου βάσει της οποίας οι ενεργοί πολίτες αξιώνουν το δικαίωμα της συμμετοχής στα δημόσια βάρη, με το άρθρο 78 που τιτλοφορείται «Φορολογία και δημοσιονομική διαχείριση» ορίζεται ο τρόπος φορολόγησης, δια του οποίου το κράτος επιβάλλει στους δικαιούχους φόρους, σύμφωνα με τυπικούς νόμους που στην ουσία νομοθετούν δια των αντιπροσώπων τους οι ίδιοι οι δικαιούχοι. 


Σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 1, Σ «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Από τον ορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνεπάγεται, ότι υποκείμενα της φορολογίας μπορούν να θεωρηθούν μόνον τα άτομα που θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή στην κρατική εξουσία:
«Ως πολιτικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου του στην κρατική εξουσία (status activus).»


Αν λοιπόν το υποκείμενο της φορολογίας δεν αξιώνει πολιτικά δικαιώματα, ούτε δικαιούται ούτε υποχρεούται να συμμετέχει στα δημόσια βάρη, και κατά συνέπεια απαλλάσσεται κάθε φορολογικής υποχρέωσης, ακόμη και του φόρου καυσίμου, του φόρου καπνού και αλκοολούχων ποτών, ακόμη και της πληρωμής του ΦΠΑ που επιβαρύνει τις καθημερινές καταναλωτικές του ανάγκες.


Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε, ότι είναι δύσκολη η διακυβέρνηση της χώρας με πολίτευμα δημοκρατικό, από καιροσκόπους, τυχοδιώκτες και λαοπλάνους, που αφ’ ενός αγνοούν την πολιτική επιστήμη, ενώ αφ’ ετέρου ως κύριο στόχο έχουν την εκμετάλλευση του λαού. Η αδυναμία των ανίκανων πολιτικών να κυβερνήσουν με τρόπο δημοκρατικό, οδήγησε τη χώρα στην εξαθλίωση και όχι η τήρηση των θεμελιωδών θεσμών του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεσμών που λόγω ανικανότητας των πολιτικών άρχισαν να τίθενται υπό αμφισβήτηση και όχι λόγω της μη λειτουργικότητάς τους. Η αδυναμία των ανίκανων πολιτικών να κυβερνήσουν με τρόπο δημοκρατικό, τους εξώθησε στη νομιμοποίηση της βουλευτικής τους ασυλίας, προς κάλυψη και παραγραφή των κατ’ εξακολούθηση ποινικών αδικημάτων τους.


Το γεγονός ότι πουθενά στο σύνταγμα δεν αναφέρεται ότι η τήρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος επιτυγχάνεται δια των πολιτικών που αυτοορίζονται ως εθνοσωτήρες, επιβάλλοντας δια της βίας τα μεγαλόπνοα σχέδιά τους, τους επιτρέπει να μας αδειάσουν δίχως τύψεις τη γωνιά, επιτρέποντάς μας να διαχειριστούμε με νομιμότερους τρόπους την τύχη της χώρας μας.


Η ελευθερία αξίωσης των ατομικών δικαιωμάτων, είναι αυταπόδεικτη και απαλλάσσεται κάθε υποχρέωσης, με τον όρο ότι δεν γίνεται κατάχρηση δικαιώματος που επιβαρύνει τα δικαιώματα των άλλων. Η αξίωση όμως πολιτικών δικαιωμάτων θέτει στους δικαιούχους ύψιστες πολιτικές ευθύνες, που όταν δεν εναρμονίζονται προς το συμβόλαιο που έχουν υπογράψει με το λαό για τον τρόπο δίκαιης διακυβέρνησης, δηλαδή με το Σύνταγμα, μετατρέπονται σε ποινικές.


Λόγω της αξίωσης πολιτικών δικαιωμάτων από κάποια μέλη της κοινωνίας, δικαιωμάτων που τους επιτρέπουν να καθορίζουν την τύχη της, ορίζεται μία συμφωνία Κυρίων, ένα Συμβόλαιο του Κράτους με το Λαό, βάσει του οποίου ο μεν λαός δικαιούται να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη, συμμετέχοντας και αυτός στον καθορισμό της τύχης του, το δε κράτος υποχρεούται να επιβάλλει φόρους στους δικαιούχους βάσει των όρων του συγκεκριμένου συμβολαίου και όχι αυθαίρετα. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο συμβόλαιο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι το Σύνταγμα, το κράτος αναλαμβάνει ένα πλήθος υποχρεώσεων απέναντι στο λαό, οι βασικότερες των οποίων είναι οι εξής: 


Α) Η διατήρηση της μορφής του πολιτεύματος, όπως αυτό ορίζεται στο πρώτο μέρος, ούτως ώστε θεμέλιο αυτού να είναι η λαϊκή κυριαρχία, και όλες οι εξουσίες να πηγάζουν από το λαό, να υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και να ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Η άσκηση όλων των εξουσιών ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, είναι μια βασική διάταξη που αν προσβληθεί από την πλευρά της Πολιτείας, λύεται η υποχρέωση συνεισφοράς των δικαιούχων πολιτών στα δημόσια βάρη, διότι το αντικείμενο της συνεισφοράς δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους του Συμβολαίου που ορίζει την υποχρέωση, αλλά υπόκειται στις απροσδιόριστες πλέον ορέξεις των καταχραστών της εξουσίας. Η άσκηση των εξουσιών ασύμφωνα προς το Σύνταγμα, αφήνει το αντικείμενο της συνεισφοράς μας απροστάτευτο, με κίνδυνο να υπεξαιρεθεί ή να μην χρησιμοποιηθεί πως όφελος του δημοσίου συμφέροντος. 


Η παραβίαση του πρώτου άρθρου του Συντάγματος, όπου ορίζονται οι βασικές διατάξεις, στοιχειοθετεί την χειρότερη  κατάχρηση εξουσίας, που συνιστά το έγκλημα της Εσχάτης Προδοσίας, (άρθρο 134 και 134Α του Π.Κ) ενώ παράλληλα ενεργοποιεί ένα νέο δικαίωμα και μια νέα υποχρέωση των πολιτών, που ορίζεται με την ακροτελευταία διάταξη (άρθρο 120 παρ. 4) η οποία συμπληρώνει το δικαίωμα και την υποχρέωση την οριζόμενη με το άρθρο 4. Διότι όταν δεν τηρείται το Σύνταγμα, προκύπτει ένα νέο «δημόσιο βάρος» αυτό της «αντίστασης με κάθε μέσο»  εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία. 


Είναι σαφέστατο εδώ, ότι ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρεται κυρίως στην νομοθετική βία, βάσει της οποίας η εκτελεστική εκβιάζει τους πολίτες. Διότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, η κρατική βία ασκείται βάσει την νόμων και όχι αυθαίρετα, ή βάσει της υπεροχής ενός ύψιστου μονάρχη. Το γεγονός ότι στις μέρες μας μόνον δια της κρατικής βίας μπορεί να επιχειρηθεί η κατάλυση του Συντάγματος, βεβαιώνεται από το ότι μόνον το κράτος έχει τη νομιμοποίηση και τα μέσα άσκησης οργανωμένης βίας, ενώ η ενδεχόμενη βία των πολιτών είναι ανίσχυρη, ανοργάνωτη και το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι μικρές υλικές καταστροφές. 


Ο κύριος ύποπτος λοιπόν για επιχείρηση κατάλυσης του Συντάγματος είναι η κρατική εξουσία, ενώ οι τρόποι κατάλυσης διευκρινίζονται στο δεύτερο βιβλίο του Ποινικού μας Κώδικα, και στο κεφάλαιο με τίτλο «Προσβολές του Πολιτεύματος». Συγκεκριμένα, στο άρθρο 134, παρ. 2, η προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος, επιχειρείται με σφετερισμό (ιδιοποίηση) της ιδιότητας των οργάνων του κράτους, όταν τα κρατικά όργανα επιχειρούν να καταλύσουν ή να αλλοιώσουν ή να καταστήσουν ανενεργά, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στην λαϊκή κυριαρχία, ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού. Γίνεται φανερό, ότι η αλλοίωση και η απενεργοποίηση των θεσμών, επιτυγχάνεται κυρίως με την ψήφιση και εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων, δια των οποίων αντικαθίστανται οι αντίστοιχες συνταγματικές.
Στην περίπτωση αυτή, λόγω του ύψιστου κινδύνου, το δικαίωμα και η υποχρέωση των πολιτών που ορίζεται από την ακροτελευταία διάταξη του Συντάγματος, για αντίσταση με κάθε μέσο, υπερισχύει έναντι του οριζόμενου δικαιώματος από το άρθρο 4 παρ.5, δια του οποίου προκύπτει η υποχρέωση της φορολογίας. Σε γενικές γραμμές πρέπει να εκτιμηθεί, ότι η αντίσταση με κάθε μέσο σε καθεστώς εσχάτης προδοσίας, αποτελεί μεγαλύτερη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, από την εισφορά εκ του ασφαλούς ενός μικρού χρηματικού ποσού. Ότι η αντίσταση αυτή, εξυπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον, αφού η πληρωμή των φόρων σε καθεστώς εσχάτης προδοσίας, εξυπηρετεί κατά πάσα πιθανότητα, το ιδιοτελές συμφέρον των σφετεριστών. 


Η δήλωση μη συναίνεσης κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, είναι καθ’ όλα νόμιμη, βάσει του δικαιώματος που μας προσφέρει το Σύνταγμα δια του άρθρου 120, σύμφωνα με το οποίο: 2 O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων. Ο μη συναινών πολίτης λοιπόν με αντισυνταγματικές διατάξεις νόμων, θέτει σε σύγκριση, το δικαίωμα πληρωμής φόρων με το  θεμελιώδες δικαίωμα και υποχρέωση του σεβασμού προς το Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό. Επειδή το δικαίωμα το οριζόμενο από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, δεν είναι κατ’ ανάγκη θεμελιώδες, γίνεται αυτονόητο πως στη συνείδηση του ευσυνείδητου πολίτη, υπερτερεί το δικαίωμα και η υποχρέωση του σεβασμού προς το σύνταγμα, βάσει των οποίων ακυρώνεται η υποχρέωση συναίνεσης σε αντισυνταγματικούς νόμους.


Το δικαίωμά μου να κρίνω τη συνταγματικότητα ενός νόμου ή των διατάξεών του, και το δικαίωμα γενικότερα των Ελλήνων πολιτών που έχουν πατριωτισμό, προκύπτει από το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Βάσει αυτών, η τήρηση του Συντάγματος, δεν επαφίεται στους ειδικούς, όπως οι ακαδημαϊκοί, οι νομικοί και οι πολιτικοί, αλλά στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα τήρησης άρα και κρίσης της συνταγματικότητας των νόμων προκύπτει από τον πατριωτισμό και όχι από την εξειδίκευση. Διότι ένας ειδήμων αλλά όχι πατριώτης, ενδέχεται να κρίνει ιδιοτελώς τη συνταγματικότητα ενός νόμου, και με τρόπο που δεν εξυπηρετεί το Εθνικό συμφέρον, ενώ ο πατριώτης, θα κρίνει βάσει της πατριωτικής συνείδησής του που δεν του επιτρέπει να αγνοεί το δημόσιο συμφέρον το οποίο άλλωστε υπερασπίζεται και το Σύνταγμα. Η ταύτιση της πατριωτικής συνείδησης με το Σύνταγμα, απορρέει από τον κοινό στόχο, που είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Το άρθρο 120 δια της 4ης παραγράφου, μου επιτρέπει όχι μόνον να κρίνω αλλά και να πράττω σύμφωνα με το Σύνταγμα, ακόμη και όταν οι πράξεις μου αυτές αντίκεινται στους νόμους. Διότι η αντίφαση, μιας σύμφωνης προς το Σύνταγμα πράξης με έναν νόμο, τεκμηριώνει την αντισυνταγματικότητα του νόμου και όχι την έλλειψη νομιμότητας της πράξης, καθώς η νομιμότητα της πράξης απορρέει από τον Ύψιστο νόμο και όχι από τον αντισυνταγματικό. Το δικαίωμα να πράττω σύμφωνα με το Σύνταγμα και όχι σύμφωνα με τον αντισυνταγματικό νόμο, προκύπτει ως δικαίωμα να αντιδρώ με κάθε μέσο, εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία. Στην προκειμένη περίπτωση, καταλύτης του Συντάγματος είναι ο αντισυνταγματικός νόμος, ενώ η βία, είναι η νομοθετική βία, η επιχειρούμενη δια της εκτελεστικής εξουσίας.


Η αμφισβήτηση εν τέλει, του δικαιώματος των πολιτών που κατέχουν πατριωτισμό, να κρίνουν τη συνταγματικότητα των νόμων και να πράττουν σύμφωνα με το σύνταγμα, ανάγεται σε αμφισβήτηση του πατριωτισμού των Ελλήνων, διότι το δικαίωμα αυτό, αναιρείται μόνον στην περίπτωση έλλειψης πατριωτισμού.



Αλκαίος Ιωάννης

πηγή





--> -->
Εδώ σχολιάζεις εσύ! 

Περί δημοσιευμάτων.....

Οι αναρτήσεις στο tro-ma-ktikotero δεν αποτελούν διασταυρωμένες πληροφορίες καθότι δεν είμαστε ούτε θέλουμε να γίνουμε δημοσιογράφοι.Όλες οι αναρτήσεις μας αποτελούν θέση ή άποψη πολιτών,bloggers και αναδημοσιεύσεις που θεωρούμε ενδιαφέρουσες....